Η ΓΕΡΜΑΝΙΑ ΔΕΝ ΤΟΥ ΤΑΙΡΙΑΖΕΟ Bill Brandt γεννήθηκε στις 3 Μαΐου 1904 στο Αμβούργο και ήταν το δεύτερο σε ηλικία παιδί της οικογένειας ανάμεσα σε τέσσερα αδέλφια. Ο πατέρας του, LW Brandt, ήταν επικεφαλής μιας εταιρίας εισαγωγών-εξαγωγών και η μητέρα του, Lili Merc, προερχόταν από εξέχουσα οικογένεια του Αμβούργου με ενδιαφέρον για τις τέχνες. Κατά την παιδική του ηλικία φοίτησε για μια περίοδο σε ιδιωτικό σχολείο, όπου ένοιωθε δυστυχισμένος και απομονωμένος, ίσως εξ αιτίας της καταγωγής του πατέρα του, ο οποίος ήταν βρετανός υπήκοος. Όταν ήταν 16 χρονών έπαθε φυματίωση και στάλθηκε για θεραπεία σε νοσοκομείο του Νταβός της Ελβετίας. Έξι χρόνια αργότερα, το 1927, μεταφέρθηκε στη Βιέννη για να ολοκληρώσει την αντιφυματική θεραπεία και να κάνει ψυχανάλυση με τον Δρ Wilhelm Stekel.
Η ΑΓΓΛΙΑ ΤΟΝ ΚΕΡΔΙΣΕΣτη Βιέννη συναναστρεφόταν κυρίως με τον αδελφό του Rolf, ο οποίος ήταν σχεδιαστής-γραφίστας και αναμίχθηκε σε όλη τη σταδιοδρομία του Bill, καθώς και τον Δρ Eugenie Schwarzwald, ο οποίος ασχολείτο ενεργά με πολιτιστικές κινήσεις. Ο τελευταίος, μάλιστα, πρότεινε στον Brandt να σταδιοδρομήσει στη φωτογραφική τέχνη και ήταν αυτός που τον σύστησε στον Ezra Pound, ο οποίος με τη σειρά του τον παρέπεμψε στον Man Ray στο Παρίσι. Το 1929 Brandt πέρασε 3 μήνες ως επισκέπτης και όχι ως εκπαιδευόμενος στο στούντιο του Man Ray. Στα τέλη της δεκαετίας του ’20 και αρχές της δεκαετίας του ’30 ταξίδεψε πολύ σε Γερμανία, Αγγλία, Γαλλία, Ουγγαρία και Ισπανία, ενώ το 1931 αποφάσισε να ζήσει μόνιμα στην Αγγλία. Το 1932, πριν από ένα ταξίδι του στη Βαρκελώνη, έκανε τον πρώτο του γάμο με την ουγγρικής καταγωγής Eva Rakos, με την οποία εγκαταστάθηκε σε ένα μικρό διαμέρισμα του Λονδίνου, στον 1ο όροφο της οδού 58 Hillfield Court, Belsize Park.
ΕΞΕΔΩΣΕ ΣΗΜΑΝΤΙΚΑ ΛΕΥΚΩΜΑΤΑΤο πρώτο μεγάλο του λεύκωμα με τον τίτλο «The English at Home», το οποίο δεν γνώρισε επιτυχία, εκδόθηκε το 1936 και περιείχε φωτοδημοσιογραφικές εικόνες, οι περισσότερες εκ των οποίων σχετίζονταν με θέματα τέχνης. Το 1938 εκδόθηκε με μικρή επιτυχία το δεύτερο λεύκωμά του με τον τίτλο «A Night in London», το οποίο θεωρήθηκε ως βρετανική εκδοχή του «Paris de Nuit», του Γάλλου φωτογράφου Brassai. Τα επόμενα βιβλία του «Lilliput» και «Picture Post», που εκδόθηκαν το 1937 και 1938 αντίστοιχα, τον έκαναν περισσότερο γνωστό, ειδικότερα το πρώτο εξ’ αυτών, το οποίο πιστοποίησε το ταλέντο του ως freelance φωτογράφου.
ΑΝΑΔΗΜΙΟΥΡΓΟΥΣΕ ΣΚΗΝΕΣΜετά τα έργα «Lilliput» και "Picture Post" και ιδιαίτερα μετά τον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο, αυξήθηκε ο καλλιτεχνικός διασκελισμός του Brandt και σταθεροποιήθηκε η καριέρα του, αλλά ποτέ δεν έπαψε να είναι ένας απρόβλεπτος και απείθαρχος δημιουργός. Η φωτογραφία έδωσε στον Brandt την ευκαιρία όχι να πειραματιστεί με καινοτομίες, αλλά να αναδημιουργήσει σκηνές τις οποίες είχε ζήσει στη ζωή του ή είχε φαντασιώσει μέσω της έντονης ενασχόλησής του με άλλες μορφές τέχνης πέραν της φωτογραφίας. Εάν κάποιος επιχειρήσει να αναλύσει λεπτομερώς το έργο του Brandt, πρέπει με κάποιο τρόπο να περιγράψει και αυτή τη στενή σχέση του με τις άλλες τέχνες.
ΤΙΠΟΤΑ ΔΕΝ ΤΟΝ ΑΦΗΝΕ ΑΔΙΑΦΟΡΟΗ φωτογραφία έδωσε στον Brandt τα μέσα όχι μόνο να δημιουργεί δικά του έργα, αλλά να επαναπροβάλει με τη δική του ματιά τα έργα άλλων καλλιτεχνών. Με το φακό του προσπαθούσε να συλλάβει και να απομονώσει οτιδήποτε εντόπιζε το μάτι του, όχι μόνο εικόνες, αλλά και το στυλ ή το μοτίβο άλλων καλλιτεχνικών δημιουργημάτων. Παρελάμβανε θαύματα από τον εξωτερικό οπτικό του κόσμο και παρέδιδε θαύματα στους θεατές των φωτογραφιών του. Τίποτα δεν τον άφηνε αδιάφορο, λουλούδια, ζώα, δέντρα, εξοχικά τοπία, σπίτια, σοκάκια, γεωλογικοί σχηματισμοί, εργάτες και αγρότες, αριστοκράτες και ευγενείς, περιθωριακοί χαρακτήρες, κακοποιοί, όμορφες και μοιραίες γυναίκες. Ακόμα και βλοσυρούς κατάσκοπους απεικόνισε σε μερικά από τα πιο εκθαμβωτικά αντρικά πορτρέτα του.
ΑΛΛΑΖΕ ΣΥΧΝΑ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗΤο έργο του Brandt ποίκιλε όχι τόσο επειδή άλλαζε κατεύθυνση κατά βούληση, όσο λόγω της τεράστιας ποικιλίας στα αγαπημένα του αντικείμενα, τα οποία επιθυμούσε να δει και να αντιληφθεί σε βάθος. Ως φωτογράφος ασχολείτο με ασυνήθιστα και ετερόκλητα, αλλά επίκαιρα θέματα. Δεν θα ήταν όμως απόλυτα σωστό να πει κανείς ότι βρισκόταν απλώς στο έλεος της οργιαστικής φαντασίας και μνήμης του. Πίσω από τον καλπασμό της φαντασίας του υπήρχε μια τριπολικότητα που περιελάμβανε τη φυγή, την εγκατάλειψη και το αρχέγονο ένστικτο.
ΑΜΦΙΣΒΗΤΟΥΣΕ ΤΑ ΣΤΕΡΕΟΤΥΠΑΟ Brandt λάτρευε τις γυναίκες ως θέμα φωτογράφησης και ανάμεσα στα μοντέλα του ήταν η Lyons Nippy, ένα εξαιρετικά όμορφο και δοτικό πλάσμα, καθώς και η Alice Pratt, μια ολοκληρωτικά κυριαρχική μπαργούμαν και σερβιτόρα. Σε σύγκριση με τη δουλειά προγενέστερων φωτογράφων γυμνού, τα έργα του Brandt είναι περισσότερο λεπτομερή και παρεισφρητικά, ενώ αγγίζουν ανησυχητικά και επικίνδυνα τα αποδεκτά κοινωνικά πλαίσια και στερεότυπα της εποχής του.
ΔΙΕΠΡΕΨΕ ΩΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΟΣ ΓΥΜΝΟΥΔεν εντυπωσίαζαν μόνο τα υπαρκτά πράγματα που απεικόνιζε ο Brandt , αλλά κι αυτά που απουσίαζαν από τις φωτογραφίες του. Οι απουσίες και τα κενά, φαίνεται, ήταν το μυστικό του, αφού μέσω αυτών πλαισίωνε τα θέματά του και τα έκανε να μοιάζουν πιο επιβλητικά. Έπρεπε παρ’ όλα αυτά, να φτάσει η μέρα που θα γίνει φωτογράφος γυμνού, για να γίνει επιτέλους γνωστός. Οι εκπληκτικές φωτογραφίσεις γυμνού που έκανε θεωρήθηκαν, και όχι άδικα, ως ένα σημάδι σημαντικής καλλιτεχνικής υπεροχής.
ΞΕΚΙΝΗΣΕ ΩΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΟΣ ΚΤΙΡΙΩΝΈνα από τα παράδοξα της καριέρας του Brandt είναι η έκδοση του λευκώματος «Camera in London», ενός μάλλον απογοητευτικού βιβλίου του 1948, στον πρόλογο όμως του οποίου συμπεριλαμβάνεται το μεγαλύτερο δημοσιευμένο γραπτό κείμενό του. Εκεί περιγράφει διάφορες πτυχές της καριέρας του, όπως για παράδειγμα το επαγγελματικό του ξεκίνημα στη φωτογράφηση κτιρίων. Χαρακτηριστική είναι η αιτιολόγηση της μεταστροφής του σε φωτογράφο τοπίου: «Ένοιωθα ότι κάτι έλειπε σ’ αυτού του είδους τη φωτογράφηση, μία ποιότητα που δεν μπορούσα σαφώς να κατονομάσω, αλλά κάπως ακαθόριστα ένοιωθα ότι αυτή θα μου έδινε ευχαρίστηση. Έτσι, το γύρισα στο τοπίο».
ΟΙ ΣΥΝΘΕΣΕΙΣ ΤΟΥ ΗΤΑΝ ΑΣΥΝΗΘΙΣΤΕΣΘα μπορούσε κανείς να πει ότι υπάρχει κάτι ανήσυχο στη σύνθεση των τοπίων και τις αρχιτεκτονικές συνθέσεις του Brandt. Είναι δελεαστικό να κοιτάς φωτογραφικές συνθέσεις του που περιέχουν πετρόχτιστους τοίχους, πολλοί μάλιστα από τους οποίους έχουν κροπαριστεί και ξαναδημοσιευθεί με επιτυχία ως αυτοτελείς εικόνες. Πολλές από τις φωτογραφίες του είναι συντεθειμένες με περίεργο τρόπο και συχνά περιέχουν έναν ασύμμετρο άξονα, με το κυρίως θέμα να βρίσκεται μπροστά.
ΗΤΑΝ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑΡΗΣ ΑΛΛΑ ΟΧΙ ΠΑΙΔΙΟ ίδιος ο Brandt περιγράφει τον εαυτό του στις αρχικές φάσεις της καριέρας του ως μια παιδική ματιά της πόλης και της κουλτούρας της. Η παιδική ματιά ποτέ δεν έπαψε να είναι παρούσα και στη μετέπειτα ώριμη καριέρα του, μόνο που γινόταν όλο και πιο δύσκολα αισθητή. Δεν ήταν ένα πραγματικό παιδί ο Brandt, αλλά ένας γοητευμένος και διακριτικός μάρτυρας του κόσμου, όπως ακριβώς είναι τα παιδιά. Μέχρι το τέλος του παρέμεινε παιχνιδιάρης, με τη διαφορά ότι με το πέρασμα του χρόνου το παιχνίδι του γινόταν ολοένα πιο σοβαρό, μερικές φορές τρομακτικό και σχεδόν τερατώδες.
Σημείωση:
Μεγεθύνοντας τις φωτογραφίες θα διαβάσετε τις λεζάντες τους.